Πώς η εξοικονόμηση ενέργειας μπορεί να εξασφαλίσει τους στόχους του Green Deal

Ο Άνεμος Ανανέωσης και το Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ Ελλάδας ξεκινούν έναν ουσιαστικό διάλογο με ερευνητές, εκπροσώπους φορέων, επαγγελματικούς φορείς και ειδικούς για την Πράσινη Συμφωνία (Green Deal) και τι θα σήμαινε αυτή για την Ελλάδα, ιδιαίτερα σε 4 τομείς:

– Κλίμα και ενέργεια

– αγρο-διατροφικός τομέας

– κατοικία, πόλη, μετακινήσεις

– πράσινη χρηματοδότηση

Στόχος είναι να διαμορφωθεί μέσα από μια συστηματική διαβούλευση μια πρόταση για ένα Green Deal που δεν θα αφήνει κανένα / καμία πίσω αλλά και θα συμβάλλει στην δημιουργία ένα νέου παραγωγικού – καταναλωτικού μοντέλου.

Στο πλαίσιο αυτό ξεκινάμε την δημοσίευση μιας σειράς άρθρων στα θέματα αυτά. Το πρώτο από αυτά είναι του Βλάση Οικονόμου, Διευθυντή του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκής και Κλιματικής Πολιτικής (Institute for European Energy and Climate Policy) που επικεντρώνει στην εξοικονόμηση ενέργειας στα κτίρια, στις δεσμεύσεις που έχει η χώρα στο πλαίσιο της σχετικής ευρωπαϊκής στρατηγικής και στα οφέλη από μια αποτελεσματική πολιτική εξοικονόμησης ενέργειας σε κλιματικό και κοινωνικό επίπεδο (δημιουργία θέσεων εργασίας). Εντοπίζει όμως και τους φιλόδοξους στόχους που θα πρέπει να θέσει η χώρα αφού “η εξοικονόμηση ενέργειας είναι το πρώτο καύσιμο στην οικονομία και η Ελλάδα έχει ένα τεράστιο δυναμικό που μπορεί να το χρησιμοποιήσει ως κινητήρια δύναμη στην οικονομία!”

 

 

 

 

 

 Του Βλάση Οικονόμου*

 

Ένας από τους βασικούς πυλώνες του Green Deal και του νέου Ευρωπαϊκού κλιματικού στόχου για 55% μείωση των αερίων του θερμοκηπίου έως το 2030 είναι η ενεργειακή εξοικονόμηση σε όλους τους τομείς της οικονομίας των Ευρωπαϊκών Κρατών Μελών. Η τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τους στόχους εξοικονόμησης ενέργειας (20% μείωση της κατανάλωσης το 2020 σε σχέση με το 2007), καταγράφει μια μεγάλη απόκλιση των Κρατών Μελών έναντι των στόχων για το 2020 (κατά 4-6% ετησίως). Η κρίση του COVID19 μείωσε μεν παροδικά την ενεργειακή ζήτηση (καθώς η Διεθνής Επιτροπή Ενέργειας έδειξε ότι κάθε μήνας lockdown επιφέρει 1.5% ετήσια μείωση της κατανάλωσης) αλλά χωρίς διαρθρωτικές μεταβολές. Χωρίς, λοιπόν, στοχευμένες πολιτικές, η προσδοκώμενη οικονομική ανάκαμψη θα ξαναφέρει την ενεργειακή ζήτηση στην εποχή preCOVID19.

Με βάση την επικαιροποιημένη Κοινοτική “Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση” (2018/2002) ο στόχος για τα Κράτη Μέλη τέθηκε στο 32.5% για το 2030. Με δεδομένο το τρέχον ελλιπές αποτέλεσμα των υφιστάμενων μέτρων για το 2020, η απόσταση από τους στόχους ενεργειακής απόδοσης για το 2030 είναι μεγαλύτερη (περίπου 22% στην πρωτογενή και 17% στην τελική κατανάλωση ενέργειας). Όπως φάνηκε και κατά την αποτίμηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή των “Εθνικών Σχεδίων για την Ενέργεια και το Κλίμα” (ΕΣΕΚ), παρά τις αρχικές φιλοδοξίες που εκφράστηκαν από Κράτη Μέλη, υπάρχει ένα συνολικό κενό των εθνικών συνεισφορών στους στόχους του 2021-2030. Σύμφωνα με τους νέους κλιματικούς στόχους πρέπει να φτάσουμε τουλάχιστον σε 39-41% μείωση της πρωτογενούς και 36-37% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας.

Η ενεργειακή απόδοση, λοιπόν, είναι αναγκαίο να βρίσκεται στο κέντρο των πολιτικών, εκτιμώντας σε δίκαιη βάση ποιες επενδύσεις στην προσφορά ή ζήτηση ενέργειας είναι οι πλέον αποδοτικές από πλευράς συνολικού κοινωνικού και οικονομικού κόστους. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θεσμοθετήσει ως ακρογωνιαίο λίθο των εθνικών ΕΣΕΚ την αρχή «Ενεργειακή Απόδοση Πρώτα» που είναι και απαραίτητη στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό Διακυβέρνησης (2018/1999). Η Αρχή αυτή είναι θεμελιώδης για τη χάραξη πολιτικής, τον προγραμματισμό και τις επενδύσεις στον τομέα της ενέργειας, και με βάση αυτήν θα πρέπει να σχεδιαστεί το ενεργειακό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με βάση την αρχή αυτή, οι επενδύσεις στη ζήτηση της ενέργειας που οδηγούν σε ενεργειακή εξοικονόμηση, όπως οι ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων, θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα έναντι των κλασικών επενδύσεων προσφοράς ενέργειας (όπως επέκταση ή κατασκευή νέων δικτύων) εφόσον οι πρώτες είναι οικονομικά πιο αποδοτικές, λαμβάνοντας υπόψιν και το κοινωνικό όφελος, δηλαδή και τα πολλαπλά οφέλη της ενεργειακής εξοικονόμησης για τον ενεργειακό χρήστη.

Οι ερωτήσεις, λοιπόν, σχετικά με το αν θα πρέπει να χρηματοδοτούνται διακρατικές συνδέσεις αγωγών φυσικού αερίου, ή επεκτάσεις δικτύων τηλεθέρμανσης, ή εναλλακτικά να χρηματοδοτούνται αναβαθμίσεις κτιρίων (με βάση και το Renovation Wave) ή εγκαταστήσεις ενεργειακά αποδοτικών συστημάτων θέρμανσης θα πρέπει πάντα να απαντιούνται στις αποφάσεις. Τα κόστη μαζί με τα ρίσκα των επενδύσεων αυτών στο μέλλον καθώς και τα πολλαπλά οφέλη θα πρέπει να υπολογίζονται με διακριτό τρόπο. Η ενεργειακή αποδοτικότητα και η διαχείριση της ενεργειακής ζήτησης είναι εξίσου κομβικά στοιχεία του ενεργειακού συστήματος και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται επί ίσοις όροις με την ενεργειακή προσφορά.

Αξιολογώντας λοιπόν την αρχή αυτή στο Ελληνικό ΕΣΕΚ, παρατηρούμε ότι η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες δεν την έχουν λάβει αρκετά υπόψιν τους, ενώ στοχεύουν σε επενδύσεις:

– επέκτασης δικτύου και εισαγωγής φυσικού αερίου, οι οποίες λόγω του μεγέθους τους και της διάρκειάς τους μπορούν να επιφέρουν καταστάσεις lock-in πχ σε φυσικό αέριο δυσχεραίνοντας την ενεργειακή μετάβαση και να έχουν κόστος μετάβασης στην 20ετία της τάξης των 30-40,000 € ανά νοικοκυριό, όπως δείχνει και το παράδειγμα πόλεων της Ολλανδίας και

– αναζήτησης ορυκτών καυσίμων με σημαντικά κόστη επένδυσης.

Οι επενδύσεις αυτές επιφέρουν εξάλλου και σημαντικές δυσκολίες χρηματοδότησης σε διακρατικό επίπεδο, όπως έγινε φανερό κατά τις συζητήσεις του Ευρωπαϊκού Πολυετούς Χρηματοδοτικού Πλαισίου (MFF) καθώς και στην απόφαση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για χρηματοδοτήσεις επενδύσεων μη συμβατικών καυσίμων.

Εάν συγκρίνουμε τις εκτιμώμενες χρηματοδοτικές ανάγκες για τις δράσεις αυτές (στο πλαίσιο της απο-λιγνιτοποίησης, φυσικού αερίου και άλλων), τα αναμενόμενα κεφάλαια είναι τριπλάσια των αντίστοιχων που αφορούν στην ενεργειακή εξοικονόμηση (που αναμένεται να φτάσουν τα 11 δις, με δημόσια χρηματοδότηση 3.5 δις € για την περίοδο 2021-2030).

Αντίστοιχα και στις επενδύσεις στον ιδιωτικό τομέα, με βάση μελέτη της ΕΙΒ, το 1/3 των εταιρειών που επενδύουν στην Ελλάδα, επενδύουν και στην ενεργειακή απόδοση (26% του συνόλου των επιχειρήσεων). Οι εταιρείες στην Ελλάδα διαθέτουν σχεδόν το 1/10 των συνολικών επενδύσεών τους σε βελτιώσεις ενεργειακής απόδοσης, ποσοστό όμως πολύ μικρότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ και των ΗΠΑ.

Στο πλαίσιο της αρχής αυτής, ο στόχος για την Ελλάδα για νέες εξοικονομήσεις ενέργειας είναι 0.8% σε ετήσια βάση για το 2021-2030, δηλαδή 7.3 Mtoe σωρευτικές εξοικονομήσεις με βάση το μέσο όρο της κατανάλωσης 2016-2018. Άρα είναι ουσιαστικά 30πλάσιος της τρέχουσας περιόδου, οπότε και τα αντίστοιχα μέτρα πολιτικής θα πρέπει να αποδώσουν υπερ-πολλαπλάσιες εξοικονομήσεις (με αντίστοιχες ανάγκες χρηματοδότησης).

Εάν λάβουμε υπόψιν μας το νέο πρόγραμμα Εξοικονομώ-Αυτονομώ (με πρώτη χρηματοδότηση 900 εκατ. €), με βάση το ΕΣΕΚ όλη η γκάμα προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης των κατοικιών θα πρέπει να αποφέρει 52 ktoe νέες ετήσιες εξοικονομήσεις (2,878 ktoe σωρευτική το 2030). Ως μέτρο σύγκρισης, τα αντίστοιχα Εξοικονόμηση κατ’ οίκον Ι και ΙΙ είχαν ως στόχο μόλις 251 ktoe σωρευτικές εξοικονομήσεις έως το 2020 (άρα ουσιαστικά το νέο πρόγραμμα θα πρέπει να δωδεκαπλασιάσει τη δυναμική των Εξοικονόμηση Ι και ΙΙ).

Είναι, λοιπόν, αναγκαίο για τη χώρα εάν θέλει να πιάσει πραγματικά τους στόχους να προχωρήσει σε πολύ περισσότερες δράσεις και μέτρα. Τα ως τώρα σχέδια για το μέλλον, όπως πχ το πρόσφατο master plan για την απολιγνιτοποίηση, όπου η ενεργειακή εξοικονόμηση αναφέρεται ως υποστηρικτική δράση σε ένα κείμενο 430 σελίδων, όπως αντίστοιχα και άλλα σχέδια που συζητώνται (πχ για το Recovery Facility της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) δεν έχουν δώσει την απαραίτητη βαρύτητα στην εξοικονόμηση ενέργειας.

Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη η κοινωνική διάσταση του Green Deal στην απασχόληση, λαμβάνοντας υπόψη ότι για κάθε ένα εκατομμύριο € που επενδύεται δημιουργούνται:

– περίπου 18 θέσεις εργασίας στις ενεργειακές ανακαινίσεις κτιρίων στην Ευρώπη, θέσεις εργασίας οι οποίες είναι μακροχρόνιες και σε τοπικό επίπεδο,

μόλις 5 θέσεις εργασίας στα ορυκτά καύσιμα.

Αντιστοίχως, για κάθε δαπάνη 10 εκατομμυρίων δολαρίων, δημιουργούνται

άμεσα και έμμεσα 75 θέσεις εργασίας σε ΑΠΕ,

77 θέσεις εργασίας σε ενεργειακή αποδοτικότητα (λαμβάνοντας υπόψιν κτίρια, μεταφορές, έξυπνα δίκτυα κλπ) και

– μόλις 27 θέσεις εργασίας σε ορυκτά καύσιμα (πετρέλαιο, λιγνίτης και φυσικό αέριο).

Στην Ευρώπη μόνο, η ενεργειακή εξοικονόμηση έφερε 964,000 νέες θέσεις εργασίας (το 2017) με αύξηση κατά 17.4%, όταν το ΑΕΠ αυξανόταν με 0.5%.

Αν λάβουμε, λοιπόν, υπόψιν μας τις χρηματοδοτήσεις που αναμένονται και τους στόχους που έχουν τεθεί, ενδεχομένως και τα επιχειρήματα για την αύξηση της απασχόλησης επενδύοντας σε συγκεκριμένες πηγές ενέργειας, όπως για εξορύξεις υδρογονανθράκων, υποδομές για φυσικό αέριο, αυτές δεν φαίνεται να συνάδουν απόλυτα με την πραγματικότητα.

Σεβόμενοι την αρχή “Ενεργειακή Απόδοση Πρώτα”, οποιαδήποτε επένδυση που θα καθορίσει το ενεργειακό μας μέλλον θα πρέπει να συνδιαμορφώνεται και από τους καταναλωτές και από τους παραγωγούς και διανομείς ενέργειας για να είναι κοινωνικά και οικονομικά αποδοτική και αποδεκτή τόσο εθνικά όσο και Ευρωπαϊκά στις επόμενες αξιολογήσεις.

Είναι ευκαιρία, δεδομένων των στόχων, να εξετάσουμε προσεκτικά τις εναλλακτικές και να σχεδιάσουμε μια πραγματικά ενεργειακή βιώσιμη μετάβαση. Μην ξεχνάμε, τέλος, ότι η εξοικονόμηση ενέργειας είναι το πρώτο καύσιμο στην οικονομία και η Ελλάδα έχει ένα τεράστιο δυναμικό που μπορεί να το χρησιμοποιήσει ως κινητήρια δύναμη στην οικονομία!

* Ο Βλάσης Οικονόμου είναι Director at the Institute for European Energy and Climate Policy

Vlasios Oikonomou, Dr.

Institute for European Energy and Climate Policy I Amsterdam Sloterdijk Teleport Towers,

Kingsfordweg 151, 1043GR, Amsterdam, The Netherlands

I M: +31(0) 64 53 80712 I E: vlasis@ieecp.org I

http://www.ieecp.org

Leave a Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.